vestment
vest
ˈvɛst
βεστ
ment
mɛnt
μεντ
/vˈɛstmənt/

Ορισμός και σημασία του "vestment"στα αγγλικά

01

ένδυμα, θρησκευτική ενδυμασία

an item of clothing worn by priests or religious leaders
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vestments
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store