Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vestment
01
ένδυμα, θρησκευτική ενδυμασία
an item of clothing worn by priests or religious leaders
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vestments
Λεξικό Δέντρο
vestmental
vestment
vest



























