versatility
ver
ˌvɜ:
sa
ti
ˈtɪ
ti
li
ty
ti
ti
reliabilityburnabilityprobabilityfeasibility

Ορισμός και σημασία του "versatility"στα αγγλικά

01

πολυπλοκότητα

the ability to adapt and excel in various tasks, demonstrating a wide range of skills 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His versatility in problem-solving made him an invaluable team member. 

Η ευελιξία του στην επίλυση προβλημάτων τον έκανε έναν ανεκτίμητο μέλος της ομάδας.

02

πολυχρηστικότητα, προσαρμοστικότητα

the ability to adapt to many different uses, activities, or styles 
Παραδείγματα
The jacket's versatility makes it perfect for both casual and formal wear. 

Η ευελιξία του σακάκου το κάνει ιδανικό τόσο για καθημερινή όσο και για επίσημη χρήση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store