Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Versatility
01
πολυπλοκότητα
the ability to adapt and excel in various tasks, demonstrating a wide range of skills
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His versatility in problem-solving made him an invaluable team member.
Η ευελιξία του στην επίλυση προβλημάτων τον έκανε έναν ανεκτίμητο μέλος της ομάδας.
02
πολυχρηστικότητα, προσαρμοστικότητα
the ability to adapt to many different uses, activities, or styles
Παραδείγματα
The jacket's versatility makes it perfect for both casual and formal wear.
Η ευελιξία του σακάκου το κάνει ιδανικό τόσο για καθημερινή όσο και για επίσημη χρήση.



























