Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Verity
01
αλήθεια, πραγματικότητα
a fact or belief about something such as life that is believed to be true
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
verities
02
αλήθεια, συμμόρφωση με την πραγματικότητα
conformity to reality or actuality
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
verity
ver



























