verity
ve
ˈvɛ
ve
ri
ri
ty
ti
ti
verifyverily

Ορισμός και σημασία του "verity"στα αγγλικά

01

αλήθεια, πραγματικότητα

a fact or belief about something such as life that is believed to be true 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
verities
02

αλήθεια, συμμόρφωση με την πραγματικότητα

conformity to reality or actuality 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store