Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
venereal
01
αφροδισιακός, σεξουαλικός
of or relating the sexual organs, sexual desire, or intercouse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, sexuality, health
LanGeek



























