Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vendor
01
πωλητής, έμπορος
someone on the street who offers food, clothing, etc. for sale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vendors
Παραδείγματα
The vendor offered fresh fruit and snacks on the corner.
Ο πωλητής προσέφερε φρέσκα φρούτα και σνακ στη γωνία.
02
πωλητής, πωλήτρια
an individual who is offering something for sale, particularly a property such as a house, piece of land, etc.
Λεξικό Δέντρο
vendor
vend



























