vendition
ven
vɛn
ven
di
ˈdɪ
di
tion
ʃən
shēn
venation

Ορισμός και σημασία του "vendition"στα αγγλικά

01

πώληση, εμπόριο

the act of selling things as a job 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
venditions

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vendition
vend
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store