velocipede
ve
lo
ˈlɒ
lo
ci
si
pede
ˌpi:d
pid

Ορισμός και σημασία του "velocipede"στα αγγλικά

01

βελοσιπέδο

an old type of bicycle that is moved forward by pedal 
velocipede definition and meaning
Παραδείγματα
My great-grandfather used to ride a velocipede to work. 

Ο προπάππους μου πήγαινε στη δουλειά του με βελοσιπέδο.

02

βελοσιπέδο, παλιό τρίκυκλο

an early form of bicycle, typically with three wheels and pedals for moving 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
velocipedes
Παραδείγματα
Kids in the 1800s enjoyed riding velocipedes, those cool tricycles with big front wheels. 

Τα παιδιά στη δεκαετία του 1800 απολάμβαναν να οδηγούν βελοσιπέδες, εκείνα τα κουλ τρίκυκλα με μεγάλους μπροστινούς τροχούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store