Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vellicate
01
γαργαλάω, αγγίζω ελαφρά
touch (a body part) lightly so as to excite the surface nerves and cause uneasiness, laughter, or spasmodic movements
02
γαργαλάω, ενοχλώ
irritate as if by a nip, pinch, or tear
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vellicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
vellicates
ενεστώτα μετοχή
vellicating
απλός αόριστος
vellicated
παθητική μετοχή
vellicated
Λεξικό Δέντρο
vellication
vellicate



























