Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Velcro
01
velcro, αυτοκόλλητη ταινία
(trademark) a material with two different surfaces one of which sticks to the other by some small hooks, when pressed, used as a fastener
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to velcro
01
συνδέω με velcro, στερεώνω με κουμπιά velcro
to attach something with velcro fasteners
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
velcro
γ΄ ενικό πρόσωπο
velcros
ενεστώτα μετοχή
velcroing
απλός αόριστος
velcroed
παθητική μετοχή
velcroed



























