vein
vein
veɪn
vein
vanecainbanesane

Ορισμός και σημασία του "vein"στα αγγλικά

01

φλέβα, αγγείο αίματος

any tube or vessel that carries blood to one's heart 
vein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
veins
Παραδείγματα
Veins help move blood from the legs and arms back to the heart. 

Οι φλέβες βοηθούν στη μετακίνηση του αίματος από τα πόδια και τα χέρια πίσω στην καρδιά.

02

φλέβα, φλέβα πτέρυγας

a stiffening rib or support structure in the wing of an insect 
Παραδείγματα
The dragonfly's wing veins create a delicate lattice. 

Οι φλέβες της πτέρυγας της λιβελούλας δημιουργούν ένα λεπτό πλέγμα.

03

τόνος, στυλ

a distinctive style, manner, or quality of expression 
Παραδείγματα
The poem was written in a humorous vein. 

Το ποίημα γράφτηκε με χιουμοριστικό τόνο.

04

φλέβα, μεταλλική φλέβα

a layer or deposit of mineral ore between layers of rock 
Παραδείγματα
The miners extracted gold from a vein in the mountain. 

Οι ανθρακωρύχοι εξήγαγαν χρυσό από μια φλέβα στο βουνό.

05

νευρώνας, φλέβα

vascular bundles or supporting ribs in leaves or other plant organs 
Παραδείγματα
The leaf's veins transport water and nutrients. 

Οι φλέβες του φύλλου μεταφέρουν νερό και θρεπτικά συστατικά.

to vein
01

φλεβογραφώ, γραμμώνω

to create or mark with lines, streaks, or patterns resembling veins 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vein
γ΄ ενικό πρόσωπο
veins
ενεστώτα μετοχή
veining
απλός αόριστος
veined
παθητική μετοχή
veined
Παραδείγματα
The artist veined the leaves with fine ink lines. 

Ο καλλιτέχνης φλέβωσε τα φύλλα με λεπτές γραμμές μελάνης.

Λεξικό Δέντρο

veinal
veinlike
venous
vein
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store