Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vegetative
01
βλαστικός, σχετικός με τη φυτική ζωή
related to plant life or plants, specifically how plant procreate and grow
Παραδείγματα
The greenhouse focused on cultivating vegetative species, emphasizing their role in ecological balance and oxygen production.
Το θερμοκήπιο επικεντρώθηκε στην καλλιέργεια βλαστικών ειδών, τονίζοντας τον ρόλο τους στην οικολογική ισορροπία και την παραγωγή οξυγόνου.
02
φυτικός, παθητικός
of or relating to an activity that is passive and monotonous
03
βλαστικός, βλαστική
(of reproduction) characterized by asexual processes
04
βλαστικός, σχετικός με τις ακούσιες σωματικές λειτουργίες
relating to involuntary bodily functions
Λεξικό Δέντρο
vegetative
vegetate
veget



























