vegetable oil
vege
ˈvɛʤ
vej
table
təbl
tēbl
oil
ɔɪl
oyl

Ορισμός και σημασία του "vegetable oil"στα αγγλικά

01

φυτικό λάδι, λάδι από φυτά

a type of cooking oil derived from plant sources, such as seeds or fruits 
vegetable oil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vegetable oils
Παραδείγματα
Vegetable oil is often used in baking for a lighter texture. 

Το φυτικό λάδι χρησιμοποιείται συχνά στη ζαχαροπλαστική για πιο ελαφριά υφή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store