Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to veer
01
στρίβω απότομα, αλλάζω κατεύθυνση απότομα
to abruptly turn to a different direction
Intransitive: to veer | to veer to a direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
veer
γ΄ ενικό πρόσωπο
veers
ενεστώτα μετοχή
veering
απλός αόριστος
veered
παθητική μετοχή
veered
Παραδείγματα
The driver had to veer sharply to the right to avoid colliding with the stalled car.
Ο οδηγός έπρεπε να στρίψει απότομα προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση με το σταματημένο αυτοκίνητο.
02
στρίβω, αλλάζω κατεύθυνση
(of wind) to shift or change direction clockwise
Intransitive: to veer | to veer to a direction
Παραδείγματα
The sailors observed the wind veering from the north to the northeast.
Οι ναυτικοί παρατήρησαν τον άνεμο να στρίβει από το βορρά προς το βορειοανατολικά.



























