vat
vat
væt
βαιτ
/vˈæt/

Ορισμός και σημασία του "vat"στα αγγλικά

01

δεξαμενή, βάραθρο

a large open vessel for holding or storing liquids
vat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store