vat
vat
væt
vāt
jatmatkatpat

Ορισμός και σημασία του "vat"στα αγγλικά

01

δεξαμενή, βάραθρο

a large open vessel for holding or storing liquids 
vat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store