Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vastness
01
απεραντοσύνη, ευρύτητα
unusual largeness in size or extent or number
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
vastness
vast



























