Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
varying
01
ποικίλος, διαφορετικός
marked by diversity or difference
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most varying
συγκριτικός βαθμός
more varying
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unvarying
varying
vary



























