varying
va
ˈveə
βε
rying
riɪng
ριινγκ
buryingferryingdairying

Ορισμός και σημασία του "varying"στα αγγλικά

01

ποικίλος, διαφορετικός

marked by diversity or difference 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most varying
συγκριτικός βαθμός
more varying
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
change, difference, diversity

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unvarying
varying
vary
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store