Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vandalize
01
βανδαλίζω, καταστρέφω σκόπιμα
to intentionally damage something, particularly public property
Transitive: to vandalize a property
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vandalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
vandalizes
ενεστώτα μετοχή
vandalizing
απλός αόριστος
vandalized
παθητική μετοχή
vandalized
Παραδείγματα
The park was closed temporarily for repairs after vandals had vandalized the playground equipment.
Το πάρκο έκλεισε προσωρινά για επισκευές αφού βάνδαλοι βανδάλισαν τον εξοπλισμό της παιδικής χαράς.
Λεξικό Δέντρο
vandalize
vandal



























