Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vandalize
01
βανδαλίζω, καταστρέφω σκόπιμα
to intentionally damage something, particularly public property
Transitive: to vandalize a property
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vandalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
vandalizes
ενεστώτα μετοχή
vandalizing
απλός αόριστος
vandalized
παθητική μετοχή
vandalized
Παραδείγματα
The police arrested individuals for vandalizing street signs and traffic signals.
Η αστυνομία συνέλαβε άτομα για βανδαλισμό οδικών σημάτων και σηματοδοτών.
Λεξικό Δέντρο
vandalize
vandal



























