LanGeek
Dictionary
Μάθηση
Εφαρμογή για Κινητά
Επικοινωνήστε μαζί μας
Αναζήτηση
Vamper
/vˈampə/
/vˈæmpɚ/
Noun (1)
Ορισμός και Σημασία του "vamper"
Vamper
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
01
a seductive woman who uses her sex appeal to exploit men
word family
vamp
vamp
Verb
vamper
Noun
Παράδειγμα
Συναφή Λέξεις
vamp up
vamp
vamoose
vambrace
valvulotomy
vampire
vampire bat
vampire literature
vampirism
van
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Κατεβάστε την Εφαρμογή
English
Français
Española
Türkçe
Italiana
русский
українська
tiếng Việt
हिन्दी
العربية
Filipino
فارسی
bahasa Indonesia
Deutsch
português
日本語
汉语
한국어
język polski
Ελληνικά
اردو
বাংলা
Nederlandse taal
svenska
čeština
Română
Magyar
Copyright © 2024 Langeek Inc. | All Rights Reserved |
Privacy Policy
Copyright © 2024 Langeek Inc.
All Rights Reserved
Privacy Policy
Κατεβάστε την Εφαρμογή
Κατεβάστε
Download Mobile App