Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vainly
01
μάταια, άκαρπα
in a way that does not produce any successful or useful outcome
γραμματικές πληροφορίες
Λεξικό Δέντρο
vainly
vain
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μάταια, άκαρπα
Λεξικό Δέντρο