Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vagrancy
01
αλητεία, αστεγία
the state of homelessness as a result of unemployment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He was arrested for vagrancy.
Συνελήφθη για αλήθεια.
Λεξικό Δέντρο
vagrancy
vagr



























