Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bleachers
01
ακάλυπτες κερκίδες, εξώστες χωρίς στέγη
(used in the plural) an outdoor grandstand without a roof; patrons are exposed to the sun as linens are when they are bleached
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bleachers



























