vagary
va
ga
ˈgeə
ge
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "vagary"στα αγγλικά

01

ιδιοτροπία, ιδιοσυγκρασία

an unpredicted shift in a state, condition, or behavior 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vagaries

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store