Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vagary
01
ιδιοτροπία, ιδιοσυγκρασία
an unpredicted shift in a state, condition, or behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vagaries
LanGeek



























