vacillation
Pronunciation
/ˌvæsəˈɫeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "vacillation"στα αγγλικά

01

ταλάντωση, πήγαινε-έλα

changing location by moving back and forth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vacillations
02

δισταγμός, αποφασιστικότητα

the act of switching between two opinions, especially in an annoying way

Λεξικό Δέντρο

vacillation
vacillate
vacill
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store