Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vacillation
01
ταλάντωση, πήγαινε-έλα
changing location by moving back and forth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vacillations
02
δισταγμός, αποφασιστικότητα
the act of switching between two opinions, especially in an annoying way
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
vacillation
vacillate
vacill



























