Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Usherette
01
καθοδηγήτρια, ξενάγος
a woman whose job is to show people their seats in a court, cinema, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
usherettes



























