usherette
u
ˌʌ
a
she
ʃə
shē
rette
ˈrɛt
ret
lazarettecigarettemidinettebanquette

Ορισμός και σημασία του "usherette"στα αγγλικά

01

καθοδηγήτρια, ξενάγος

a woman whose job is to show people their seats in a court, cinema, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
usherettes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store