usher
Pronunciation
/ˈəʃɝ/

Ορισμός και σημασία του "usher"στα αγγλικά

01

οδηγός, θυρωρός

someone whose job is to show people their seats in a court, cinema, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ushers
02

θυρωρός, πυροσβέστης

an official stationed at the entrance of a courtroom or legislative chamber
to usher
01

οδηγώ, συνοδεύω

take (someone) to their seats, as in theaters or auditoriums
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
usher
γ΄ ενικό πρόσωπο
ushers
ενεστώτα μετοχή
ushering
απλός αόριστος
ushered
παθητική μετοχή
ushered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store