usefulness
use
ˈju:s
yoos
ful
fəl
fēl
ness
nəs
nēs
youthfulness

Ορισμός και σημασία του "usefulness"στα αγγλικά

01

χρησιμότητα, αποτελεσματικότητα

the quality of being able to provide benefit, value, or help 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
usefulnesses
Παραδείγματα
The usefulness of this tool becomes apparent when you need to make precise cuts. 

Η χρησιμότητα αυτού του εργαλείου γίνεται εμφανής όταν χρειάζεται να κάνετε ακριβείς κοψίματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unusefulness
usefulness
useful
use
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store