upper hand
Pronunciation
/ˌʌpɚ hˈænd/

Ορισμός και σημασία του "upper hand"στα αγγλικά

01

πλεονέκτημα, υπεροχή

the position of high power or authority from which one can exert complete control over a situation or others
upper hand definition and meaning
approving
idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He acted friendly, but everyone knew he wanted the upper hand.
Ο έμπειρος μάνατζερ επέδειξε με σιγουριά την εμπειρογνωμοσύνη και την ηγεσία του, καθιερώνοντας το πάνω χέρι στο έργο και καθοδηγώντας την ομάδα προς την επιτυχία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store