Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to uplift
01
βελτιώνω, ανυψώνω
to enhance or make better, especially in terms of mood or situation
Transitive: to uplift a person or their mood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
uplift
γ΄ ενικό πρόσωπο
uplifts
ενεστώτα μετοχή
uplifting
απλός αόριστος
uplifted
παθητική μετοχή
uplifted
Παραδείγματα
Music has the power to uplift the atmosphere and create a positive mood.
Η μουσική έχει τη δύναμη να ανυψώσει την ατμόσφαιρα και να δημιουργήσει μια θετική διάθεση.
02
σηκώνω, ανυψώνω
to raise or elevate something physically to a higher level or position
Transitive: to uplift sth
Παραδείγματα
The construction workers used a crane to uplift the heavy steel beams to the top of the skyscraper.
Οι εργάτες χρησιμοποίησαν γερανό για να ανυψώσουν τις βαρείς χαλύβδινες δοκούς στην κορυφή του ουρανοξύστη.
03
ανυψώνω, σηκώνω
to elevate or raise portions of the Earth's crust due to tectonic forces
Transitive: to uplift a part of Earth's crust
Παραδείγματα
The tectonic activity uplifted layers of sedimentary rock, exposing them to erosion and weathering.
Η τεκτονική δραστηριότητα ανύψωσε στρώματα ιζηματογενών πετρωμάτων, εκθέτοντάς τα σε διάβρωση και καιρικές συνθήκες.
Uplift
01
σεληνιακό σουτιέν, σουτιέν που σηκώνει
a brassiere that lifts and supports the breasts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
uplifts
02
ύψωση, ανύψωση
(geology) a rise of land to a higher elevation (as in the process of mountain building)
Λεξικό Δέντρο
uplifting
uplifting
uplift
lift



























