Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Upkeep
01
συντήρηση, φροντίδα
the act of maintaining something in good condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company allocated a significant budget for the upkeep of its machinery.
Η εταιρεία διέθετε σημαντικό προϋπολογισμό για τη συντήρηση των μηχανημάτων της.
02
συντήρηση, διατροφή
the act of providing financial support, food, etc. for a person or animal
03
συντήρηση, φροντίδα
the cost incurred or work or maintenance required to keep something in good condition
Λεξικό Δέντρο
upkeep
keep



























