Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Upkeep
01
συντήρηση, φροντίδα
the act of maintaining something in good condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upkeeps
Παραδείγματα
The upkeep of the garden requires regular watering and pruning.
Η συντήρηση του κήπου απαιτεί τακτική πότιση και κλάδεμα.
02
συντήρηση, διατροφή
the act of providing financial support, food, etc. for a person or animal
03
συντήρηση, φροντίδα
the cost incurred or work or maintenance required to keep something in good condition
Λεξικό Δέντρο
upkeep
keep



























