Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blare
01
βροντή, ήχος κόρνας
a sharp and piercing sound, typically from music, a horn, or other sources, often characterized by its intensity and lack of subtlety
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blares
Παραδείγματα
The blare of the emergency siren echoed through the city streets.
Ο βουητός της σειρήνας έκτακτης ανάγκης αντήχησε στους δρόμους της πόλης.
to blare
01
ηχώ, ηχώ δυνατά
to make a loud sound oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blare
γ΄ ενικό πρόσωπο
blares
ενεστώτα μετοχή
blaring
απλός αόριστος
blared
παθητική μετοχή
blared
Παραδείγματα
The sirens blared all night.
Οι σειρήνες ηχούσαν όλη τη νύχτα.
02
ηχώ, εκπέμπω δυνατό ήχο
to cause something to make a loud sound
Παραδείγματα
He blared the horn in frustration.
Αυτός κόντεψε την κόρνα με απογοήτευση.



























