Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bladed
01
με λεπίδα, με μαχαίρι
bearing or characterized by a blade or sword; often used in combination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
με λεπίδα, που έχει λεπίδα
having a blade or blades; often used in combination
03
λεπίδιο, σε σχήμα λεπίδιου
composed of thin flat plates resembling a knife blade



























