Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unremarkable
01
κοινός, ασήμαντος
having no particular or outstanding quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unremarkable
συγκριτικός βαθμός
more unremarkable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her unremarkable academic record did not stand out among her peers.
Το ασήμαντο ακαδημαϊκό της ρεκόρ δεν ξεχώριζε ανάμεσα στους συνομηλίκους της.
Λεξικό Δέντρο
unremarkable
remarkable
remark
mark



























