Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unremarkable
01
κοινός, ασήμαντος
having no particular or outstanding quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unremarkable
συγκριτικός βαθμός
more unremarkable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His unremarkable performance in the game went unnoticed by the spectators.
Η ασήμαντη απόδοσή του στο παιχνίδι πέρασε απαρατήρητη από τους θεατές.
Λεξικό Δέντρο
unremarkable
remarkable
remark
mark



























