Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blackberry
01
βατόμουρο, μαύρο μούρο
a tiny soft fruit with a sweet taste and black color that grows on a thorny bush
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blackberries
Παραδείγματα
They harvested blackberries from the wild bushes along the hiking trail.
Συγέρασαν βατόμουρα από τους άγριους θάμνους κατά μήκος του μονοπατιού πεζοπορίας.
02
βατόμουρο, αγκινάρα
bramble with sweet edible black or dark purple berries that usually do not separate from the receptacle
to blackberry
01
μάζεμα βατόμουρων, συλλογή βατόμουρων
pick or gather blackberries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blackberry
γ΄ ενικό πρόσωπο
blackberries
ενεστώτα μετοχή
blackberrying
απλός αόριστος
blackberried
παθητική μετοχή
blackberried
Λεξικό Δέντρο
blackberry
black
berry



























