black market
black
ˈblæk
blāk
mar
mɑ:
maa
ket
kɪt
kit

Ορισμός και σημασία του "black market"στα αγγλικά

01

μαύρη αγορά, παράνομο εμπόριο

the illegal purchase and selling of goods in high price, ofen in an unreasonable price 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
black markets
Παραδείγματα
The government’s strict import regulations led to the rise of a black market for electronics, where consumers were willing to pay double the retail price for the latest gadgets. 

Οι αυστηρές κανονισμοί εισαγωγών της κυβέρνησης οδήγησαν στην άνοδο μιας μαύρης αγοράς για ηλεκτρονικά, όπου οι καταναλωτές ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν διπλάσια τιμή λιανικής για τα τελευταία gadget.

to black market
01

εμπορεύομαι στη μαύρη αγορά, μαύρη αγορά

deal in illegally, such as arms or liquor 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
black market
γ΄ ενικό πρόσωπο
black markets
ενεστώτα μετοχή
black marketing
απλός αόριστος
black marketed
παθητική μετοχή
black marketed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store