Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Black market
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
black markets
Παραδείγματα
During the pandemic, the black market for medical supplies skyrocketed, with sellers taking advantage of desperate healthcare providers by charging exorbitant fees for masks and ventilators.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η μαύρη αγορά για ιατροφαρμακευτικά προϊόντα εκτοξεύθηκε, με τους πωλητές να εκμεταλλεύονται τους απελπισμένους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης χρεώνοντας υπερβολικές τιμές για μάσκες και αναπνευστήρες.
to black market
01
εμπορεύομαι στη μαύρη αγορά, μαύρη αγορά
deal in illegally, such as arms or liquor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
black market
γ΄ ενικό πρόσωπο
black markets
ενεστώτα μετοχή
black marketing
απλός αόριστος
black marketed
παθητική μετοχή
black marketed



























