Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unembarrassed
01
αναίσχυντος, ατάραχος
not embarrassed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unembarrassed
συγκριτικός βαθμός
more unembarrassed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, psychology
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unembarrassed
embarrassed
embarrass



























