Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
understaffed
01
ελλιπής σε προσωπικό, χωρίς επαρκή προσωπικό
not having enough employees to adequately perform the necessary tasks or services
Παραδείγματα
The school has been understaffed since the budget cuts, affecting the quality of education.
Το σχολείο έχει προσωπικό σε έλλειψη από τις περικοπές στον προϋπολογισμό, επηρεάζοντας την ποιότητα της εκπαίδευσης.



























