Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
understaffed
01
ελλιπής σε προσωπικό, χωρίς επαρκή προσωπικό
not having enough employees to adequately perform the necessary tasks or services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most understaffed
συγκριτικός βαθμός
more understaffed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hospital was severely understaffed, leading to long wait times for patients.
Το νοσοκομείο ήταν σοβαρά προσωπικού, οδηγώντας σε μεγάλους χρόνους αναμονής για τους ασθενείς.



























