Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undersea
01
υποθαλάσσιος, υποβρύχιος
located, happening, or existing below the surface of the sea or ocean
Παραδείγματα
Undersea mining has raised concerns about the environmental impact on marine ecosystems.
Η υποθαλάσσια εξόρυξη έχει δημιουργήσει ανησυχίες για την περιβαλλοντική επίπτωση στα θαλάσσια οικοσυστήματα.



























