Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to underscore
01
τονίζω, επισημαίνω
to stress something's importance or value
Transitive: to underscore importance of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
underscore
γ΄ ενικό πρόσωπο
underscores
ενεστώτα μετοχή
underscoring
απλός αόριστος
underscored
παθητική μετοχή
underscored
Παραδείγματα
The findings of the study underscore the urgency of addressing climate change.
Τα ευρήματα της μελέτης τονίζουν την επείγουσα ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.
02
υπογραμμίζω, σημειώνω με μια γραμμή από κάτω
to mark text with a straight line beneath it, typically to draw attention to or highlight
Transitive: to underscore a written word or text
Παραδείγματα
The speaker underscored important dates in the presentation slides for emphasis.
Ο ομιλητής υπογράμμισε τις σημαντικές ημερομηνίες στις διαφάνειες παρουσίασης για έμφαση.
Underscore
01
υπογράμμιση, κάτω παύλα
a line drawn underneath (especially under written matter)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
underscores
Λεξικό Δέντρο
underscore
score



























