Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to undergo
01
υποβάλλομαι, υφίσταμαι
to experience or endure a process, change, or event
Transitive: to undergo a process or change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undergo
γ΄ ενικό πρόσωπο
undergoes
ενεστώτα μετοχή
undergoing
απλός αόριστος
underwent
παθητική μετοχή
undergone
Παραδείγματα
Students are undergoing intensive training for the upcoming competition.
Οι μαθητές υποβάλλονται σε εντατική εκπαίδευση για τον επερχόμενο διαγωνισμό.



























