Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to undergo
01
υποβάλλομαι, υφίσταμαι
to experience or endure a process, change, or event
Transitive: to undergo a process or change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undergo
γ΄ ενικό πρόσωπο
undergoes
ενεστώτα μετοχή
undergoing
απλός αόριστος
underwent
παθητική μετοχή
undergone
Παραδείγματα
The patient had to undergo surgery to address the medical condition.
Ο ασθενής έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για να αντιμετωπιστεί η ιατρική κατάσταση.



























