Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Undercharge
01
ελλιπής χρέωση, ανεπαρκής χρέωση
an insufficient charge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
undercharges
02
υποχρέωση, πολύ χαμηλή τιμή
a price that is too low
to undercharge
01
χρεώνω λιγότερο από όσο πρέπει, υποχρεώνω
to ask for less money than the actual price or value of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undercharge
γ΄ ενικό πρόσωπο
undercharges
ενεστώτα μετοχή
undercharging
απλός αόριστος
undercharged
παθητική μετοχή
undercharged
Παραδείγματα
If you consistently undercharge for your services, you'll struggle to make a profit.
Εάν χρεώνετε συστηματικά λιγότερα για τις υπηρεσίες σας, θα δυσκολευτείτε να κάνετε κέρδος.
Λεξικό Δέντρο
undercharge
charge



























