undercharge
un
ˌʌn
an
der
charge
ˈʧɑ:ʤ
chaaj

Ορισμός και σημασία του "undercharge"στα αγγλικά

01

ελλιπής χρέωση, ανεπαρκής χρέωση

an insufficient charge 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
undercharges
02

υποχρέωση, πολύ χαμηλή τιμή

a price that is too low 
to undercharge
01

χρεώνω λιγότερο από όσο πρέπει, υποχρεώνω

to ask for less money than the actual price or value of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undercharge
γ΄ ενικό πρόσωπο
undercharges
ενεστώτα μετοχή
undercharging
απλός αόριστος
undercharged
παθητική μετοχή
undercharged
Παραδείγματα
He felt guilty and came back to the store after realizing they had undercharged him for the shoes. 

Αισθάνθηκε ένοχος και επέστρεψε στο κατάστημα αφού συνειδητοποίησε ότι του χρέωσαν λιγότερα για τα παπούτσια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store