Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Underachiever
01
υποκείμενος χαμηλής απόδοσης, μαθητής με δυσκολίες
a person who consistently performs below their potential or fails to meet expected standards or goals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
underachievers
Παραδείγματα
The underachiever failed to meet the project deadlines.
Ο χαμηλών επιδόσεων απέτυχε να πληρώσει τις προθεσμίες του έργου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
underachiever
achiever
achieve



























