Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Umbilical cord
01
ομφάλιος λώρος, αφαλός
a flexible tube connecting the fetus to the placenta, facilitating the exchange of nutrients and oxygen during pregnancy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
umbilical cords
Παραδείγματα
The doctor examined the umbilical cord to ensure proper fetal development.
Ο γιατρός εξέτασε τον ομφάλιο λώρο για να διασφαλίσει την σωστή εμβρυϊκή ανάπτυξη.



























