umbilical
um
ʌm
am
bi
ˈbɪ
bi
li
li
cal
kəl
kēl
silicle

Ορισμός και σημασία του "umbilical"στα αγγλικά

01

ομφάλιος, ομφάλιος λώρος

membranous duct connecting the fetus with the placenta 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
umbilicals
01

ομφάλιος, σχετικός με τον ομφαλό

related to the belly button or the connection between a mother and her baby during pregnancy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The newborn's umbilical cord was carefully clamped and cut after birth. 

Ο ομφάλιος λώρος του νεογέννητου σφιχτοδέθηκε και κόπηκε προσεκτικά μετά τη γέννηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store