Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ulna
01
ωλένη, πήχυς
(anatomy) the thinner and longer bone of the human forearm extending from the elbow to the wrist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ulnas



























