tyre
ty
taɪ
ται
re
ə
α
wirelyrequirespire

Ορισμός και σημασία του "tyre"στα αγγλικά

01

ελαστικό, λάστιχο

a rubber covering filled with air that fits around a vehicle's wheel to help it move smoothly and safely on the road 
Dialectbritish flagBritish
tireamerican flagAmerican
tyre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tyres
Παραδείγματα
The car has new tyres that improve its grip on wet roads. 

Το αυτοκίνητο έχει καινούρια ελαστικά που βελτιώνουν την πρόσφυσή του σε βρεγμένους δρόμους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store