Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tyrannize
01
τυραννώ, καταπιέζω
to act with excessive, unfair authority or harshness
Intransitive: to tyrannize over sb
Παραδείγματα
For years, the governor had tyrannized over the people, making arbitrary decisions.
Για χρόνια, ο κυβερνήτης είχε τυραννήσει τον λαό, λαμβάνοντας αυθαίρετες αποφάσεις.
02
τυραννώ, κυβερνώ με βιαιότητα
to rule or treat others with cruelty, unfairness, or excessive control
Transitive: to tyrannize sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tyrannize
γ΄ ενικό πρόσωπο
tyrannizes
ενεστώτα μετοχή
tyrannizing
απλός αόριστος
tyrannized
παθητική μετοχή
tyrannized
Παραδείγματα
She felt oppressed, as her boss seemed to tyrannize her with unreasonable demands.
Αισθανόταν καταπιεσμένη, καθώς ο αφεντικός της φαινόταν να την τυραννά με αδικαιολόγητες απαιτήσεις.
Λεξικό Δέντρο
tyrannize
tyranny



























