Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to typewrite
01
δακτυλογραφώ, γράφω με γραφομηχανή
write by means of a keyboard with types
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
typewrite
γ΄ ενικό πρόσωπο
typewrites
ενεστώτα μετοχή
typewriting
απλός αόριστος
typewrote
παθητική μετοχή
typewritten
Λεξικό Δέντρο
typewriter
typewriting
typewrite
type
write



























