Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
two-footed
01
δίποδο, με δύο πόδια
having two feet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most two-footed
συγκριτικός βαθμός
more two-footed
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δίποδο, με δύο πόδια