Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
two-dimensional
01
δισδιάστατος, δύο διαστάσεων
existing or represented in only length and width, without depth, like a flat surface or a drawing on paper
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most two-dimensional
συγκριτικός βαθμός
more two-dimensional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The drawing on the paper appeared two-dimensional, lacking the illusion of depth.
Το σχέδιο στο χαρτί φαινόταν δισδιάστατο, χωρίς την ψευδαίσθηση του βάθους.
Παραδείγματα
The debate felt two-dimensional, as it only scratched the surface of the complex social issues involved.
Η συζήτηση φάνηκε διδιάστατη, καθώς αγγίξει μόνο την επιφάνεια των πολύπλοκων κοινωνικών θεμάτων που εμπλέκονταν.



























