Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
two-dimensional
01
δισδιάστατος, δύο διαστάσεων
existing or represented in only length and width, without depth, like a flat surface or a drawing on paper
Παραδείγματα
The blueprint is a two-dimensional plan that illustrates the design and layout of the building's floor.
Το σχέδιο είναι ένα δισδιάστατο σχέδιο που απεικονίζει το σχέδιο και τη διάταξη του δαπέδου του κτιρίου.
Παραδείγματα
The two-dimensional critique of the policy overlooked the complex social dynamics that influence its effectiveness.
Η δισδιάστατη κριτική της πολιτικής παραβλέπει τις πολύπλοκες κοινωνικές δυναμικές που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητά της.



























