twit
twit
twɪt
tvit
/twˈɪt/

Ορισμός και σημασία του "twit"στα αγγλικά

01

ανόητος, ηλίθιος

a foolishly annoying or silly person
Dialectbritish flagBritish
twit definition and meaning
Informal
Παραδείγματα
My brother is a lovable twit who always locks himself out of the house.
Ο αδερφός μου είναι ένας αξιολάτρευτος ανόητος που πάντα κλειδώνει τον εαυτό του έξω από το σπίτι.
02

χλευασμός, γελοιοποίηση

aggravation by deriding or mocking or criticizing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twits
to twit
01

παρενοχλώ, κριτικάρω συνεχώς

harass with persistent criticism or carping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
twit
γ΄ ενικό πρόσωπο
twits
ενεστώτα μετοχή
twitting
απλός αόριστος
twitted
παθητική μετοχή
twitted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store