Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Twit
01
ανόητος, ηλίθιος
a foolishly annoying or silly person
Dialect
British
Informal
Παραδείγματα
My brother is a lovable twit who always locks himself out of the house.
Ο αδερφός μου είναι ένας αξιολάτρευτος ανόητος που πάντα κλειδώνει τον εαυτό του έξω από το σπίτι.
02
χλευασμός, γελοιοποίηση
aggravation by deriding or mocking or criticizing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twits
to twit
01
παρενοχλώ, κριτικάρω συνεχώς
harass with persistent criticism or carping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
twit
γ΄ ενικό πρόσωπο
twits
ενεστώτα μετοχή
twitting
απλός αόριστος
twitted
παθητική μετοχή
twitted



























